περίπτυγμα
περίπτυγμα
περίπτυγμα, ατος, τό,
from περιπτύσσω
anything folded round, a covering, Eur.
{ "content": "περίπτυγμα\n περίπτυγμα, ατος, τό,\n from περιπτύσσω\n anything folded round, a covering, Eur.", "key": "peri/ptugma" }