περιπορφυρόσημος
περιπορφυρόσημος
from περιπόρφῠρος
περιπορφυρό-σημος παῖς, Lat. puer praetextatus, Anth.
{ "content": "περιπορφυρόσημος\n from περιπόρφῠρος\n περιπορφυρό-σημος παῖς, Lat. puer praetextatus, Anth.", "key": "periporfuro/shmos" }