περιπλοκή
περιπλοκή
περιπλοκή, ἡ,
περιπλέκω
a twining round, entanglement, intricacy, Eur.
{ "content": "περιπλοκή\n περιπλοκή, ἡ,\n περιπλέκω\n a twining round, entanglement, intricacy, Eur.", "key": "periplokh/" }