περιπλέω
περιπλέω
Ionic -πλώω
to sail or swim round, absol., Hdt., etc.; ἀνὴρ πολλὰ περιπεπλευκώς a man of many voyages, Ar.; c. acc., π. Λιβύην, Πελοπόννησον, etc., Hdt., Thuc., etc.
{ "content": "περιπλέω\n Ionic -πλώω\n to sail or swim round, absol., Hdt., etc.; ἀνὴρ πολλὰ περιπεπλευκώς a man of many voyages, Ar.; c. acc., π. Λιβύην, Πελοπόννησον, etc., Hdt., Thuc., etc.", "key": "periple/w" }