περιπλευμονία
περιπλευμονία
περιπλευμονία, or -πνευμονία, ἡ,
πλεύμων
inflammation of the lungs, Plat., Luc.
{ "content": "περιπλευμονία\n περιπλευμονία, or -πνευμονία, ἡ,\n πλεύμων\n inflammation of the lungs, Plat., Luc.", "key": "peripleumoni/a" }