περιοργής
περιοργής
περι-οργής, ές
ὀργή
very angry or wrathful, Thuc. adv. -γῶς, Aesch.
{ "content": "περιοργής\n περι-οργής, ές\n ὀργή\n very angry or wrathful, Thuc. adv. -γῶς, Aesch.", "key": "periorgh/s" }