περιοπτέος
περιοπτέος
περι-οπτέος, η, ον,
verb. adj. of περιοράω
to be overlooked or suffered, c. part., οὔ σφι περιοπτέα Ἑλλὰς ἀπολλυμένη Hdt.; c. inf., ἡμῖν τοῦτό ἐστι οὐ περιοπτέον, γένος τὸ Εὐρυσθένεος γενέσθαι ἐξίτηλον Hdt.
to be watched or guarded against, Thuc.
περιοπτέον one must overlook or suffer, Xen.
Headword (normalized):
περιοπτέος
Headword (normalized/stripped):
περιοπτεος
Intro Text:
περιοπτέος
περι-οπτέος, η, ον,
verb. adj. of περιοράω
to be overlooked or suffered, c. part., οὔ σφι περιοπτέα Ἑλλὰς ἀπολλυμένη Hdt.; c. inf., ἡμῖν τοῦτό ἐστι οὐ περιοπτέον, γένος τὸ Εὐρυσθένεος γενέσθαι ἐξίτηλον Hdt.
to be watched or guarded against, Thuc.
περιοπτέον one must overlook or suffer, Xen.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25776
No citations.
{
"content": "περιοπτέος\n περι-οπτέος, η, ον,\n verb. adj. of περιοράω\n to be overlooked or suffered, c. part., οὔ σφι περιοπτέα Ἑλλὰς ἀπολλυμένη Hdt.; c. inf., ἡμῖν τοῦτό ἐστι οὐ περιοπτέον, γένος τὸ Εὐρυσθένεος γενέσθαι ἐξίτηλον Hdt.\n to be watched or guarded against, Thuc.\n περιοπτέον one must overlook or suffer, Xen.",
"key": "periopte/os"
}