περίνοια
περίνοια
from περινοέω
περίνοια, ἡ,
quick intelligence: over-wiseness, Thuc.
{ "content": "περίνοια\n from περινοέω\n περίνοια, ἡ,\n quick intelligence: over-wiseness, Thuc.", "key": "peri/noia" }