περίμετρος
περίμετρος
περίμετρος, ον,
μέτρον
excessive, in size or beauty, very large or very beautiful, of Penelopeʼs web, Od.
περίμετρος (sc. γραμμή) , = περίμετρον, Polyb.
{ "content": "περίμετρος\n περίμετρος, ον,\n μέτρον\n excessive, in size or beauty, very large or very beautiful, of Penelopeʼs web, Od.\n περίμετρος (sc. γραμμή) , = περίμετρον, Polyb.", "key": "peri/metros" }