περικράνιος
περικράνιος
περι-κρά_νιος, ον,
round the skull, πῖλος π. a skull cap, Plut.
{ "content": "περικράνιος\n περι-κρά_νιος, ον,\n round the skull, πῖλος π. a skull cap, Plut.", "key": "perikra/nios" }