περίκλυστος
περίκλυστος
περίκλυστος, η, ον
washed all round by the sea, of islands, Hhymn., Aesch., etc.
{ "content": "περίκλυστος\n περίκλυστος, η, ον\n washed all round by the sea, of islands, Hhymn., Aesch., etc.", "key": "peri/klustos" }