περικεφαλαία
περικεφαλαία
περι-κεφαλαία, ἡ,
a covering for the head, a helmet, cap, Polyb.; also περικεφάλαιον, ου, τό, Polyb.
{ "content": "περικεφαλαία\n περι-κεφαλαία, ἡ,\n a covering for the head, a helmet, cap, Polyb.; also περικεφάλαιον, ου, τό, Polyb.", "key": "perikefalai/a" }