περικαής
περικαής
περι-καής, ές
καίομαι
on fire all round: adv., περικαῶς ἔχειν τινός to be hot with love for . . , Plut.
{ "content": "περικαής\n περι-καής, ές\n καίομαι\n on fire all round: adv., περικαῶς ἔχειν τινός to be hot with love for . . , Plut.", "key": "perikah/s" }