περιηγής
περιηγής
περι-ηγής, ές
περιηγέομαι
= περιαγής II: of the arms, tied behind one, Anth.
{ "content": "περιηγής\n περι-ηγής, ές\n περιηγέομαι\n = περιαγής II: of the arms, tied behind one, Anth.", "key": "perihgh/s" }