περιέπω
περιέπω
imperf. -εῖπον
fut. -έψω
aor2 -έσπον
inf. -σπεῖν
Mid., fut. -έψομαι
Pass., aor1 inf. -εφθῆναι
to treat with great care:
in good sense, εὖ π. τινά to treat him well, Hdt.; ὡς κάλλιστα π. τινά Hdt.; π. τινὰ ὡς εὐεργέτην Xen.: alone also, to treat with respect or honour, to caress, Lat. colo, foveo, Xen.
in bad sense, τρηχέως, κάρτα τρηχέως π. to treat, handle roughly, Hdt.; π. τινὰ ὡς πολέμιον Hdt.:—Pass., τρηχέως περιεφθῆναι ὑπό τινος Hdt.
Headword (normalized):
περιέπω
Headword (normalized/stripped):
περιεπω
Intro Text:
περιέπω
imperf. -εῖπον
fut. -έψω
aor2 -έσπον
inf. -σπεῖν
Mid., fut. -έψομαι
Pass., aor1 inf. -εφθῆναι
to treat with great care:
in good sense, εὖ π. τινά to treat him well, Hdt.; ὡς κάλλιστα π. τινά Hdt.; π. τινὰ ὡς εὐεργέτην Xen.: alone also, to treat with respect or honour, to caress, Lat. colo, foveo, Xen.
in bad sense, τρηχέως, κάρτα τρηχέως π. to treat, handle roughly, Hdt.; π. τινὰ ὡς πολέμιον Hdt.:—Pass., τρηχέως περιεφθῆναι ὑπό τινος Hdt.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25635
No citations.
{
"content": "περιέπω\n imperf. -εῖπον\n fut. -έψω\n aor2 -έσπον\n inf. -σπεῖν\n Mid., fut. -έψομαι\n Pass., aor1 inf. -εφθῆναι\n to treat with great care: \n in good sense, εὖ π. τινά to treat him well, Hdt.; ὡς κάλλιστα π. τινά Hdt.; π. τινὰ ὡς εὐεργέτην Xen.: alone also, to treat with respect or honour, to caress, Lat. colo, foveo, Xen.\n in bad sense, τρηχέως, κάρτα τρηχέως π. to treat, handle roughly, Hdt.; π. τινὰ ὡς πολέμιον Hdt.:—Pass., τρηχέως περιεφθῆναι ὑπό τινος Hdt.",
"key": "perie/pw"
}