Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
περιδρομή
περίδρομος
περίδρομος2
περιδρύπτω
περιδύω
περιείλω
περίειμι
περίειμι
περιείρω
περιεκτικός
περιέλασις
περιελαύνω
περιελίσσω
περιέλκω
περιέννυμι
περιέπω
περιεργάζομαι
περιεργία
περίεργος
περιέργω
περιέρχομαι
View word page
περιέλασις
περιέλασις περιέλᾰσις, εως, a place for driving round, a roadway, Hdt. from περιελαύνω
ShortDef
a place for driving round, a roadway
Debugging
Headword:
περιέλασις
Headword (normalized):
περιέλασις
Headword (normalized/stripped):
περιελασις
IDX:
25601
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25630
Key:
perie/lasis
Data
{'content': 'περιέλασις\n περιέλᾰσις, εως,\n a place for driving round, a roadway, Hdt.\n from περιελαύνω', 'key': 'perie/lasis'}