περιδείδια
περιδείδια
fut. -δείσομαι
aor1 περιέδεισα
epic3 pl. περίδδεισαν
part. περιδδείσας
perf. περιδέδοικα
Epic περιδείδια
to be in great fear about, c. gen., Δαναῶν περιδείδια Il.; c. dat. to be in great fear for, Αἴαντι περιδδείσαντες Il.; ἐμῇ κεφαλῇ περιδείδια Il.
Headword (normalized):
περιδείδια
Headword (normalized/stripped):
περιδειδια
Intro Text:
περιδείδια
fut. -δείσομαι
aor1 περιέδεισα
epic3 pl. περίδδεισαν
part. περιδδείσας
perf. περιδέδοικα
Epic περιδείδια
to be in great fear about, c. gen., Δαναῶν περιδείδια Il.; c. dat. to be in great fear for, Αἴαντι περιδδείσαντες Il.; ἐμῇ κεφαλῇ περιδείδια Il.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25609
No citations.
{
"content": "περιδείδια\n fut. -δείσομαι\n aor1 περιέδεισα\n epic3 pl. περίδδεισαν\n part. περιδδείσας\n perf. περιδέδοικα\n Epic περιδείδια\n to be in great fear about, c. gen., Δαναῶν περιδείδια Il.; c. dat. to be in great fear for, Αἴαντι περιδδείσαντες Il.; ἐμῇ κεφαλῇ περιδείδια Il.",
"key": "peridei/dw"
}