περιγραπτέος
περιγραπτέος
περιγραπτέος, ον,
verb. adj. of περιγράφω
one must trace out, Plat.
{ "content": "περιγραπτέος\n περιγραπτέος, ον,\n verb. adj. of περιγράφω\n one must trace out, Plat.", "key": "perigrapte/os" }