περιβραχιόνιος
περιβραχιόνιος
περι-βρᾰχῑόνιος, α, ον
βραχίων
round or on the arm, Plut.:— περιβραχιόνιον, ου, an armlet or piece of armour for the arm, Xen.
{ "content": "περιβραχιόνιος\n περι-βρᾰχῑόνιος, α, ον\n βραχίων\n round or on the arm, Plut.:— περιβραχιόνιον, ου, an armlet or piece of armour for the arm, Xen.", "key": "peribraxio/nios" }