περίαπτος
περίαπτος
περί-απτος, ον,
hung round one: as Subst., περίαπτον, τό, περίαμμα, Plat.: an appendage, Arist.
{ "content": "περίαπτος\n περί-απτος, ον,\n hung round one: as Subst., περίαπτον, τό, περίαμμα, Plat.: an appendage, Arist.", "key": "peri/aptos" }