περίαμμα
περίαμμα
περίαμμα, ατος, τό,
περιάπτω
anything worn about one, an amulet, Anth.
{ "content": "περίαμμα\n περίαμμα, ατος, τό,\n περιάπτω\n anything worn about one, an amulet, Anth.", "key": "peri/amma" }