περίαλλος
περίαλλος
περίαλλος, ον,
before all others; in adv. περίαλλα, before all, Hhymn., Pind.: exceedingly, Soph.
{ "content": "περίαλλος\n περίαλλος, ον,\n before all others; in adv. περίαλλα, before all, Hhymn., Pind.: exceedingly, Soph.", "key": "peri/allos1" }