περιακτέος
περιακτέος
περιακτέος, ον,
verb. adj. of περιάγω
one must bring round, Plat.
{ "content": "περιακτέος\n περιακτέος, ον,\n verb. adj. of περιάγω\n one must bring round, Plat.", "key": "periakte/os" }