περιαγωγεύς
περιαγωγεύς
from περιάγω
περιᾰγωγεύς, έως, ὁ,
a windlass, capstan, Luc.
{ "content": "περιαγωγεύς\n from περιάγω\n περιᾰγωγεύς, έως, ὁ,\n a windlass, capstan, Luc.", "key": "periagwgeu/s" }