πεντηκοστύς
πεντηκοστύς
πεντηκοστύς, ύος, ἡ,
πεντήκοντα
a number of fifty, esp. as a division of the Spartan army, Thuc.; κατὰ πεντηκοστῦς (acc. pl.) Xen.
{ "content": "πεντηκοστύς\n πεντηκοστύς, ύος, ἡ,\n πεντήκοντα\n a number of fifty, esp. as a division of the Spartan army, Thuc.; κατὰ πεντηκοστῦς (acc. pl.) Xen.", "key": "penthkostu/s" }