πεντηκοντόγυος
πεντηκοντόγυος
πεντηκοντό-γυος, ον,
γύα
of fifty acres of corn-land, Il.
{ "content": "πεντηκοντόγυος\n πεντηκοντό-γυος, ον,\n γύα\n of fifty acres of corn-land, Il.", "key": "penthkonto/guos" }