πεντηκοντακάρηνος
πεντηκοντακάρηνος
πεντηκοντᾰ-κάρηνος, ον,
κάρηνον
fifty-headed, Hes.
{ "content": "πεντηκοντακάρηνος\n πεντηκοντᾰ-κάρηνος, ον,\n κάρηνον\n fifty-headed, Hes.", "key": "penthkontaka/rhnos" }