πεντετηρικός
πεντετηρικός
πεντ-ετηρικός, ή, όν
happening every five years, quinquennial, Strab.
from πεντετηρίς
{ "content": "πεντετηρικός\n πεντ-ετηρικός, ή, όν\n happening every five years, quinquennial, Strab.\n from πεντετηρίς", "key": "pentethriko/s" }