πενθικός
πενθικός
πενθῐκός, ή, όν
πένθος
of or for mourning, mournful:—adv., πενθικῶς ἔχειν τινός to be in mourning for a person, Xen.
{ "content": "πενθικός\n πενθῐκός, ή, όν\n πένθος\n of or for mourning, mournful:—adv., πενθικῶς ἔχειν τινός to be in mourning for a person, Xen.", "key": "penqiko/s" }