πειρατικός
πειρατικός
from πειρᾱτής
πειρᾱτικός, ή, όν
piratical, Plut.: τὰ π. gangs of pirates, Strab.
{ "content": "πειρατικός\n from πειρᾱτής\n πειρᾱτικός, ή, όν\n piratical, Plut.: τὰ π. gangs of pirates, Strab.", "key": "peiratiko/s" }