πειρατήριον
πειρατήριον
= πεῖρα
φόνια πειρατήρια the murderous ordeal, Eur.
a pirateʼs nest, Strab., Plut.
from πειρᾱτής
{ "content": "πειρατήριον\n = πεῖρα\n φόνια πειρατήρια the murderous ordeal, Eur.\n a pirateʼs nest, Strab., Plut.\n from πειρᾱτής", "key": "peirath/rion" }