πεδοστιβής
πεδοστιβής
πεδο-στῐβής, ές
στιβεῖν
earth-treading, Eur.:— on foot, opp. to ἱππηλάτης, Aesch.
{ "content": "πεδοστιβής\n πεδο-στῐβής, ές\n στιβεῖν\n earth-treading, Eur.:— on foot, opp. to ἱππηλάτης, Aesch.", "key": "pedostibh/s" }