πεδιονόμος
πεδιονόμος
πεδιο-νόμος, ον,
νέμομαι
dwelling in plains, π. θεοί gods of the country, Aesch.
{ "content": "πεδιονόμος\n πεδιο-νόμος, ον,\n νέμομαι\n dwelling in plains, π. θεοί gods of the country, Aesch.", "key": "pediono/mos" }