πεδινός
πεδινός
πεδῐνός, ή, όν
πεδίον
flat, level, Hdt.: comp. πεδινώτερος Plat.
of or on the plain, Xen.
{ "content": "πεδινός\n πεδῐνός, ή, όν\n πεδίον\n flat, level, Hdt.: comp. πεδινώτερος Plat.\n of or on the plain, Xen.", "key": "pedino/s" }