πάχος
πάχος
πάχος (ᾰ), ος, εος, τό,
παχύς
thickness, Od., Thuc.:— absol., πάχος in thickness, Hdt.
π. σαρκός stoutness, Eur.
{ "content": "πάχος\n πάχος (ᾰ), ος, εος, τό,\n παχύς\n thickness, Od., Thuc.:— absol., πάχος in thickness, Hdt.\n π. σαρκός stoutness, Eur.", "key": "pa/xos" }