Παφλαγών
Παφλαγών
Παφλᾰγών, όνος, ὁ,
a Paphlagonian, Il.:—adj. Παφλαγονικός, ή, όν, Xen.
{ "content": "Παφλαγών\n Παφλᾰγών, όνος, ὁ,\n a Paphlagonian, Il.:—adj. Παφλαγονικός, ή, όν, Xen.", "key": "*paflagw/n" }