πατροκτόνος
πατροκτόνος
πατρο-κτόνος, ον,
κτείνω
murdering oneʼs father, parricidal, Trag.; π. μίασμα the pollution of parricide, Aesch.:—but χεὶρ πατροκτόνος a fatherʼs murdering hand, Eur.
{ "content": "πατροκτόνος\n πατρο-κτόνος, ον,\n κτείνω\n murdering oneʼs father, parricidal, Trag.; π. μίασμα the pollution of parricide, Aesch.:—but χεὶρ πατροκτόνος a fatherʼs murdering hand, Eur.", "key": "patrokto/nos" }