πάσσαλος
πάσσαλος
πήγνυμι
a peg on which to hang clothes, arms, etc., Hom., etc.; ἀπὸ πασσαλόφι ζυγὸν ᾕρεον Il.; ἀπὸ πασσάλου αἴνυτο τόξον Od.; ἐκ πασσαλόφι κρέμασεν φόρμιγγα Od.
a gag, Ar.
{ "content": "πάσσαλος\n πήγνυμι\n a peg on which to hang clothes, arms, etc., Hom., etc.; ἀπὸ πασσαλόφι ζυγὸν ᾕρεον Il.; ἀπὸ πασσάλου αἴνυτο τόξον Od.; ἐκ πασσαλόφι κρέμασεν φόρμιγγα Od.\n a gag, Ar.", "key": "pa/ssalos" }