παρωροφίς
παρωροφίς
παρ-ωροφίς, ίδος, ἡ,
ὀροφή
the projecting eaves or cornice of a roof, Hdt.
{ "content": "παρωροφίς\n παρ-ωροφίς, ίδος, ἡ,\n ὀροφή\n the projecting eaves or cornice of a roof, Hdt.", "key": "parwrofi/s" }