παρουσία
παρουσία
παρουσία, ἡ,
πάρειμι
a being present, presence, Aesch., Eur., etc.; so, πόλις μείζων τῆς ἡμετέρας παρουσίας ἡμῶν τῶν παρόντων, Thuc.:—of things, κακῶν π. Eur. : —παρουσίαν ἔχειν for παρεῖναι, Soph.
arrival, Soph., Eur.:— the Advent, NTest.
Headword (normalized):
παρουσία
Headword (normalized/stripped):
παρουσια
Intro Text:
παρουσία
παρουσία, ἡ,
πάρειμι
a being present, presence, Aesch., Eur., etc.; so, πόλις μείζων τῆς ἡμετέρας παρουσίας ἡμῶν τῶν παρόντων, Thuc.:—of things, κακῶν π. Eur. : —παρουσίαν ἔχειν for παρεῖναι, Soph.
arrival, Soph., Eur.:— the Advent, NTest.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25168
No citations.
{
"content": "παρουσία\n παρουσία, ἡ,\n πάρειμι\n a being present, presence, Aesch., Eur., etc.; so, πόλις μείζων τῆς ἡμετέρας παρουσίας ἡμῶν τῶν παρόντων, Thuc.:—of things, κακῶν π. Eur. : —παρουσίαν ἔχειν for παρεῖναι, Soph.\n arrival, Soph., Eur.:— the Advent, NTest.",
"key": "parousi/a"
}