παροξυντικός
παροξυντικός
παροξυντικός, ή, όν
fit for inciting or urging on, Xen., Dem.
exasperating, provoking, Isocr.
{ "content": "παροξυντικός\n παροξυντικός, ή, όν\n fit for inciting or urging on, Xen., Dem.\n exasperating, provoking, Isocr.", "key": "parocuntiko/s" }