παροίτερος
παροίτερος
πᾰροίτερος, α, ον
Comp. of πάροιθε
the one before or in front, Il.
{ "content": "παροίτερος\n πᾰροίτερος, α, ον\n Comp. of πάροιθε\n the one before or in front, Il.", "key": "paroi/teros" }