παροίνιος
παροίνιος
παροίνιος, ον,
οἶνος
= παροινικός, Ar.
befitting a drinking party, Luc.; παροίνια drinking songs, Plut.
{ "content": "παροίνιος\n παροίνιος, ον,\n οἶνος\n = παροινικός, Ar.\n befitting a drinking party, Luc.; παροίνια drinking songs, Plut.", "key": "paroi/nios" }