παροικίς
παροικίς
παροικίς, ίδος,
fem. of πάροικος, Strab.
No short def.
Headword (normalized):
παροικίς
Headword (normalized/stripped):
παροικις
Intro Text:
παροικίς
παροικίς, ίδος,
fem. of πάροικος, Strab.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25126
No citations.
{
"content": "παροικίς\n παροικίς, ίδος,\n fem. of πάροικος, Strab.",
"key": "paroiki/s"
}