Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

παριστίδιος
παρίσχω
παρίσωσις
παριτητέα
παρμόνιμος
Παρνάσιος
Παρνασός
Πάρνης
πάρνοψ
παροδεύω
παροδίτης
παροδοιπόρος
πάροδος
παροίγνυμι
πάροιθε
παροικέω
παροίκησις
παροικία
παροικίζω
παροικίς
παροικοδομέω
View word page
παροδίτης
παροδίτης a passer-by, wayfarer, Anth.:— fem. παροδῖτις, ιδος, Anth.

ShortDef

a passer-by, wayfarer

Debugging

Headword:
παροδίτης
Headword (normalized):
παροδίτης
Headword (normalized/stripped):
παροδιτης
IDX:
25089
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25117
Key:
parodi/ths

Data

{'content': 'παροδίτης\n a passer-by, wayfarer, Anth.:— fem. παροδῖτις, ιδος, Anth.', 'key': 'parodi/ths'}