Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
παρθενία
παρθενίας
παρθενική
παρθενικός
παρθένιος
Παρθενοπαῖος
παρθενοπίπης
παρθένος
παρθενόσφαγος
παρθενών
παρθενωπός
παρθεσίη
Παρθικός
παριαύω
παριδρύω
παρίζω
παρίημι
παρίκω
παριππεύω
παρισόω
Παρθιστί
View word page
παρθενωπός
παρθενωπός παρθεν-ωπός, όν ὤψ of maiden aspect, Eur.
ShortDef
of maiden aspect
Debugging
Headword:
παρθενωπός
Headword (normalized):
παρθενωπός
Headword (normalized/stripped):
παρθενωπος
IDX:
25063
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25091
Key:
parqenwpo/s
Data
{'content': 'παρθενωπός\n παρθεν-ωπός, όν\n ὤψ\n of maiden aspect, Eur.', 'key': 'parqenwpo/s'}