παρθενόσφαγος
παρθενόσφαγος
παρθενό-σφᾰγος, ον,
σφάζω
of a slaughtered maidenʼs blood, Aesch.
{ "content": "παρθενόσφαγος\n παρθενό-σφᾰγος, ον,\n σφάζω\n of a slaughtered maidenʼs blood, Aesch.", "key": "parqeno/sfagos" }