Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

παρθενεία
παρθένεια
παρθένειος
παρθένευμα
παρθένευσις
παρθενεύω
παρθενεών
παρθένια
παρθενία
παρθενίας
παρθενική
παρθενικός
παρθένιος
Παρθενοπαῖος
παρθενοπίπης
παρθένος
παρθενόσφαγος
παρθενών
παρθενωπός
παρθεσίη
Παρθικός
View word page
παρθενική
παρθενική παρθενική, ἡ, poetic for παρθένος, Hom., Eur.

ShortDef

unmarried girl

Debugging

Headword:
παρθενική
Headword (normalized):
παρθενική
Headword (normalized/stripped):
παρθενικη
IDX:
25055
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n25083
Key:
parqenikh/

Data

{'content': 'παρθενική\n παρθενική, ἡ,\n poetic for παρθένος, Hom., Eur.', 'key': 'parqenikh/'}