παρεμπόρευμα
παρεμπόρευμα
παρ-εμπόρευμα, ατος, τό,
of small wares: metaph. an appendix, Luc.
from παρεμπορεύομαι
{ "content": "παρεμπόρευμα\n παρ-εμπόρευμα, ατος, τό,\n of small wares: metaph. an appendix, Luc.\n from παρεμπορεύομαι", "key": "parempo/reuma" }