παρεκπροφεύγω
παρεκπροφεύγω
to flee forth from, elude, ἵνα μή σε παρεκπροφύγῃσιν ἄεθλα (Epic 3rd sg. aor2 subj.), Il.
{ "content": "παρεκπροφεύγω\n to flee forth from, elude, ἵνα μή σε παρεκπροφύγῃσιν ἄεθλα (Epic 3rd sg. aor2 subj.), Il.", "key": "parekprofeu/gw" }